του Ερρίκο Μαλατέστα

 

Αναρχική Προπαγάνδα

Θα πρέπει να γίνει αποδεκτό πως εμείς οι αναρχικοί, διατυπώνοντας αυτό που θέλουμε απ’ την μελλοντική κοινωνία το να είναι, δηλαδή, μια κοινωνία χωρίς αφεντικά και χωρίς αστυφύλακες, το έχουμε, σε γενικές γραμμές, κάνει να φαίνεται λίγο υπερβολικά εύκολο.

Ενώ από τη μία κατηγορούμε τους αντιπάλους μας γιατί τους είναι αδύνατο να σκεφτούν πέρα από τις υπάρχουσες συνθήκες και γιατί βρίσκουν τον κομμουνισμό και την Αναρχία ανέφικτα, επειδή φαντάζονται πως ο άνθρωπος θα πρέπει να παραμείνει όπως είναι σήμερα, με όλη του τη χαμέρπεια, με όλες του τις κακίες και τους φόβους του, ακόμα κι όταν τα αίτια τους έχουν εξαλειφθεί, από την άλλη μεριά ακροβατούμε πάνω στις δυσκολίες και τις αμφιβολίες, υποθέτοντας ότι τα θετικά ηθικά αποτελέσματα τα οποία θα προκύψουν από την κατάργηση των οικονομικών προνομίων και την θριάμβευση της ελευθερίας έχουν ήδη επιτευχθεί.

Έτσι, όταν μας λένε πως μερικοί άνθρωποι δεν θα θέλουν να δουλέψουν, εμείς άμεσα έχουμε μια σειρά από εξαίσιους λόγους να δείξουμε πως η εργασία, που είναι η εξάσκηση των ικανοτήτων μας και η ευχαρίστηση του να παράγεις, είναι στη ρίζα της ανθρώπινης ευημερίας και πως επομένως είναι γελοίο να σκεφτόμαστε πως υγιείς άνθρωποι θα θελήσουν να αποσυρθούν από την ανάγκη του να παράγεις για την κοινότητα όταν η εργασία δεν θα είναι καταπιεστική, εκμεταλλεύσιμη και περιφρονούμενη, όπως είναι σήμερα.

Κι αν μας προβάλλουν τις κλίσεις του ανθρώπου, ή τις αντικοινωνικές, εγκληματικές μεθόδους, ενός τμήματος, οπωσδήποτε μικρού, του πληθυσμού (1), εμείς απαντάμε πως, εκτός από σπάνιες και αμφισβητούμενες περιπτώσεις εκ γενετής ασθενειών που είναι έργο των ψυχιάτρων να αντιμετωπιστούν, τα εγκλήματα είναι κοινωνικής προέλευσης και θα πρέπει να αλλάξουν με μία αλλαγή των θεσμών.

Ίσως αυτή η υπερβολική αισιοδοξία, αυτή η απλούστευση των προβλημάτων έχει το λόγο ύπαρξής της στο ότι ο αναρχισμός ήταν ένα υπέροχο όνειρο, μια βεβιασμένη προσδοκία, και αυτό που χρειαζόταν ήταν να προωθηθεί ως το υψηλότερο ιδανικό και να εμπνεύσει τον ενθουσιασμό δίνοντας έμφαση στην αντίθεση της υπάρχουσας κόλασης και του επιθυμητού μελλοντικού παραδείσου.

Αλλά οι εποχές έχουν αλλάξει. Η κρατιστική και καπιταλιστική κοινωνία βρίσκεται σ’ ένα στάδιο κρίσης, τερματισμού ή ανασυγκρότησης ανάλογα με το αν οι επαναστάτες είναι σε θέση, και ξέρουν πως, να επηρεάσουν με τα εγχειρήματα και τη δύναμή τους, και ίσως είμαστε στις παραμονές των πρώτων αποπειρών για την πραγμάτωσή τους.

Είναι αναγκαίο ως εκτούτου να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις ιδειλιακές περιγραφές και θεάσεις της μελλοντικής και μακρινής τελειότητας και να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα όπως είναι σήμερα και όπως θα είναι, σε αυτό που μπορεί να θεωρηθεί από μια απόψη πως είναι το εγγύς μέλλον. Όταν οι αναρχικές ιδέες ήταν μια καινοτομία η οποία εξέπλητε και σόκαρε, και η μόνη δυνατότητα ήταν να κάνεις προπαγάνδα για το μακρινό μέλλον (και ακόμα και οι εξεγερτικές απόπειρες, και οι διώξεις που ελεύθερα μας έρχονταν και τις δεχόμασταν, εξυπηρετούσαν μόνο στο να εφιστήσουμε την προσοχή του κοινού στην προπαγάνδα μας) θα μπορούσε να είναι αρκετό το να κριτικάρουμε την υπάρχουσα κοινωνία και να παρουσιάσουμε μια έκθεση με τα ιδανικά στα οποία προσβλέπουμε. Ακόμα και τα ζητήματα τακτικών, στην πραγματικότητα, ήταν απλά ζητήματα για την επιλογή των καλύτερων μεθόδων προπαγάνδισης ιδεών και την προετοιμασία των ατόμων και των μαζών για το επιθυμητό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Όμως σήμερα η κατάσταση είναι πιο ώριμη, οι συνθήκες έχουν αλλάξει… και πρέπει να είμαστε σε θέση να δείξουμε ότι όχι μόνο έχουμε περισσότερα επιχειρήματα με το μέρος μας σε σχέση μ’ αυτά των κομμάτων γιατί τα ιδανικά μας για την ελευθερία είναι ευγενή, αλλά ακόμη πως οι ιδέες και οι μέθοδοί μας είναι οι πιο πρακτικές για την επίτευξη της μέγιστης επίτευξης της ελευθερίας και της ευημερίας που είναι πιθανή στην παρούσα κατάσταση της κοινωνίας μας. Το έργο μας είναι το να «σπρώξουμε» τους ανθρώπους να απαιτήσουν και να αδράξουν όλη την ελευθερία που μπορούν και να κάνουν τους εαυτούς τους υπεύθυνους για τον καθορισμό των δικών τους αναγκών χωρίς να περιμένουν διαταγές από οποιουδήποτε είδους εξουσία. Έργο μας είναι να καταδείξουμε την αχρηστία και τη βλαπτικότητα της κυβέρνησης, προκαλώντας και ενθαρύνοντας με την προπαγάνδα και τη δράση μας, όλων των ειδών τις ατομικές και συλλογικές πρωτοβουλίες.

Είναι στην ουσία ένα ζήτημα εκπαίδευσης για την ελευθερία, το να κάνεις ανθρώπους που είναι εξοικειωμένοι με την υπακοή και την παθητικότητα να συνειδητοποιήσουν την πραγματική τους δύναμη και τις δυνατοτητές τους. Κάποιος πρέπει να ενθαρύνει τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα για τον εαυτό τους, ή να θεωρούν πως το κάνουν με τη δική τους έμπνευση και πρωτοβουλία ακόμα και όταν στην ουσία οι δράσεις τους έχουν προταθεί από άλλους˙ ακριβώς όπως ο καλός σχολικός δάσκαλος όταν βάζει ένα πρόβλημα που ο μαθητής δεν μπορεί να λύσει αμέσως, τον βοηθά με ένα τέτοιο τρόπο που ο μαθητής φαντάζεται ότι βρήκε τη λύση αβοήθητος, αποκτώντας έτσι θάρρος και εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του.

Αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε με την προπαγάνδα μας. Αν ο κριτικός μας έχει κάνει ποτέ προπαγάνδα ανάμεσα σε αυτούς που εμείς, με τόση περιφρόνηση, αποκαλούμε πολιτικά «ασυνείδητους», θα του έχει τύχει να βρεί τον εαυτό του να κάνει μια προσπάθεια για να μην φαίνεται πως διαδίδει και τους εξαναγκάζει σε μια πολύ γνωστή και καθολική αλήθεια˙ θα έχει προσπαθήσει να προσομειώσει την σκέψη τους και να τους ωθήσει να φτάσουν με τη δικιά τους λογική σε συμπεράσματα τα οποία ο ίδιος θα μπορούσε να τα έχει προσφέρει έτοιμα φτιαγμένα στο πιάτο, πολύ πιο εύκολα για τον ίδιο, αλλά με πολύ λιγότερο κέρδος για τον «αρχάριο» στα πολιτικά. Και αν έχει ποτέ βρει τον εαυτό του σε μια θέση που χρειάζεται να ενεργήσει ως αρχηγός ή δάσκαλος σε κάποια δράση ή σε προπαγάνδιση, όταν οι άλλοι είναι παθητικοί αυτός θα πρέπει να είχε προσπαθήσει να αποφύγει να καταστήσει την κατάσταση σαφή έτσι ώστε να τους διεγείρει να σκεφτούν, να αναλάβουν πρωτοβουλία και να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.

Η καθημερινή εφημερίδα Umanità Nova (Νέα Ανθρωπότητα) δεν είναι παρά ένα από τα εργαλεία δράσης μας. Αν αντί για την αφύπνιση νέων δυνάμεων, και την ενθάρρυνση περισσότερων φιλοδοξιών και ενθουσιαστικής δραστηριότητας, επρόκειτο να απορροφήσει όλες μας τις δυνάμεις και να καταπνίξει τις υπόλοιπες πρωτοβουλίες, θα ήταν ένα δυστύχημα και όχι μια επιβεβαίωση του σθένους μας, και μαρτυρία της δύναμης, της ζωτικότητας και της τόλμης μας. Επιπλέον, υπάρχουν δραστηριότητες οι οποίες δεν μπορούν, εξ ορισμού,  να περατωθούν απ’ την εφημερίδα ή τον τύπο. Δεδομένου του ότι η εφημερίδα πρέπει να απευθυνθεί στο κοινό πρέπει αναγκαστικά να μιλήσει υπό την παρουσία του εχθρού και υπάρχουν καταστάσεις για τις οποίες ο εχθρός δεν πρέπει να είναι ενημερωμένος. Οι σύντροφοι πρέπει να κάνουν άλλες ετοιμασίες γι’ αυτές τις καταστάσεις… κάπου αλλού!

 

Πρέπει η οργάνωση να είναι μυστική ή δημόσια;

Σε γενικές γραμμές η απάντηση είναι προφανώς πως κάποιος πρέπει να διενεργεί δημόσια ότι είναι κατάλληλο να το γνωρίζουν όλοι και στα κρυφά ότι έχει συμφωνηθεί να μην εμφανίζεται στο ευρύ κοινό.

Είναι προφανές πως για εμάς που εξακολουθούμε την προπαγάνδα μας για την ανάπτυξη του ηθικού επιπέδου των μαζών και τις παρακινούμε να κερδίσουν την χειραφέτησή τους με τις δικές τους προσπάθειες και που δεν έχουμε προσωπικές ή σεχταριστικές φιλοδοξίες για κυριαρχία, είναι ένα πλεονέκτημα που είναι δυνατόν να δώσουμε στις δραστηριότητές μας τη μέγιστη δημοσιότητα προσεγγίζοντας και επηρεάζοντας έτσι με την προπαγάνδα μας όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούμε.

Αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τις δικές μας επιθυμίες˙ είναι ξεκάθαρο πως εάν, για παράδειγμα, μια κυβέρνηση μας απαγόρευε την συζήτηση, την δημοσίευση ή τις συναντήσεις και δεν είχαμε την δύναμη να αψηφήσουμε ανοιχτά την απαγόρευση, θα βρίσκαμε τρόπους για να κάνουμε όλα αυτά τα πράγματα κρυφά.

Κάποιος πρέπει, ωστόσο, να έχει πάντα ως στόχο να δρα στο πλήρες φως της μέρας και να αγωνίζεται για να κερδίσει τις ελευθερίες μας, έχοντας στο νου πως ο καλύτερος τρόπος να κατακτήσεις μια ελευθερία είναι να την πάρεις, αντιμετωπίζοντας τα αναγκαία ρίσκα˙ αντιθέτως πολύ συχνά μια ελευθερία χάνεται, με υπαιτιότητα του οποιουδήποτε, είτε επειδή δεν χρησιμοποιείται είτε επειδή χρησιμοποιείται διστακτικά, δίνοντας την εντύπωση πως κάποιος δεν έχει το δικαίωμα να κάνει ότι κάνει.

Άρα, ως γενικό κανόνα προτιμούμε πάντα να δρούμε δημοσίως… και ακόμα επειδή οι επαναστάτες του σήμερα έχουν ιδιότητες, άλλες καλές κι άλλες κακές, που μειώνουν τις συνωμοτικές τους ικανότητες στις οποίες οι επαναστάτες πενήντα ή εκατό χρόνων πριν διέπρεψαν (2). Αλλά φυσικά μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις και δράσεις που απαιτούν μυστικότητα και σε κάθε περίπτωση πρέπει κάποιος να ενεργεί αναλόγως.

Σε κάθε περίπτωση, ας είμαστε προσεκτικοί με αυτά τα «μυστικά» ζητήματα τα οποία μπορεί να γνωρίζει οποιοσδήποτε, και πρώτα απ’ όλους αυτούς η αστυνομία.

Απομονωμένη, σποραδική προπαγάνδα η οποία είναι συνήθως ένας τρόπος διευκόλυνσης μιας μπερδεμένης συνείδησης ή απλά μια διέξοδος για κάποιον ο οποίος έχει πάθος με το να διαφωνεί, εξυπηρετεί μικρή ή καθόλου σκοπιμότητα. Μέσα στις συνθήκες άγνοιας και αθλιότητας στις οποίες ζουν οι μάζες, και με τόσες δυνάμεις στραμμένες εναντίον μας, μία τέτοια προπαγάνδα είναι ξεχασμένη και χαμένη πριν η επίδραση της ωριμάσει και καρποφορήσει. Το έδαφος είναι πολύ αχάριστο για σπόρους που έχουν σπαρθεί τυχαία, για να βλαστήσουν και να βγάλουν ρίζες.

Αυτό που χρειάζεται είναι συνέχεια στην προσπάθεια, υπομονή, συνεργασία και ικανότητα προσαρμογής στα διαφορετικά περιβάλλοντα και καταστάσεις.

Καθένας από μας πρέπει να είναι σε θέση να υπολογίζει στη συνεργασία όλων των υπολοίπων˙ και ότι, όπου ένας σπόρος σπέρνεται δεν θα στερείται την αγάπη και τη φροντίδα του καλλιεργητή, που τον περιποιείται και τον προστατεύει μέχρις ότου να γίνει φυτό, το οποίο θα μπορεί να φροντίζει τον εαυτό του μόνο του, και με τη σειρά του, να σπείρει νέους εύφορους καρπούς.

 

Πηγή: http://theanarchistlibrary.org/library/errico-malatesta-anarchist-propaganda

_____________________________________________________________

Σημειώσεις της μετάφρασης:

1)  Έχουμε μεταφράσει κείμενο επάνω στο ζήτημα που μπορείτε να το βρείτε εδώ.

2) Αυτό το κείμενο πρέπει να είναι γραμμένο γύρω στο 1920. Αυτό προκύπτει από το γεγονός πως έγραφε τότε ο Μαλατέστα στην  Umanità Nova (η οποία έχει αναβιώσει τη δεκαετία του 90’: http://www.umanitanova.org/). Στην Ιταλία είχε γυρίσει το 1919 μετά την Πρώτη Παγκόσμια Ανθρωποσφαγή και ο Μουσολίνι ανέβηκε στην εξουσία τον Οκτώβρη του 1922.